
Ο Μηχανισμός Διάγνωσης Αναγκών της Αγοράς Εργασίας αποτελεί το πολυτιμότερο στρατηγικό εργαλείο για την αποτελεσματική γεφύρωση του χάσματος μεταξύ του εκπαιδευτικού συστήματος και της πραγματικής οικονομίας. Στη σύγχρονη εποχή, όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις και η μετάβαση σε μια πράσινη και ψηφιακή οικονομία μεταβάλλουν ραγδαία το παραγωγικό μοντέλο, η απλή παρακολούθηση των ιστορικών στατιστικών της ανεργίας δεν επαρκεί. Αντιθέτως, καθίσταται αναγκαία η λειτουργία ενός δυναμικού, επιστημονικά τεκμηριωμένου συστήματος, το οποίο θα καταγράφει, θα αναλύει και, πρωτίστως, θα προβλέπει τις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις σε γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες (Knowledge, Skills, and Competences). Η προγνωστική αυτή ικανότητα επιτρέπει στην πολιτεία και στους φορείς εκπαίδευσης να παρεμβαίνουν προληπτικά, αποτρέποντας την απαξίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Η λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού στηρίζεται στη συστηματική συλλογή και εξαντλητική επεξεργασία πρωτογενών και δευτερογενών δεδομένων. Αντλώντας στοιχεία από ετερογενείς πηγές —όπως μητρώα ασφαλιστικών φορέων, έρευνες εργατικού δυναμικού, αλλά και μέσω της άμεσης ανατροφοδότησης από τις επιχειρήσεις και τους κοινωνικούς εταίρους— ο μηχανισμός χαρτογραφεί τις αναδυόμενες τάσεις σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Με αυτή τη μεθοδολογία αναδεικνύονται οι δυναμικοί κλάδοι που πρόκειται να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, καθώς και τα επαγγέλματα που υφίστανται δομικό μετασχηματισμό. Επιπλέον, μέσω της αξιοποίησης ποιοτικών ερευνών και τεχνικών ανάλυσης μεγάλων δεδομένων (big data analytics) από ηλεκτρονικές αγγελίες εργασίας, καθίσταται δυνατός ο ακριβής εντοπισμός της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων (skills mismatch). Η αναγνώριση, δηλαδή, της απόκλισης μεταξύ των προσόντων που παράγει το εκπαιδευτικό σύστημα και εκείνων που πραγματικά απαιτούνται στους χώρους εργασίας.
Ειδικότερα για τους φορείς της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, τα δεδομένα που παράγονται δεν συνιστούν απλώς θεωρητικές αναφορές, αλλά τον σκληρό πυρήνα του στρατηγικού τους σχεδιασμού. Η ουσιαστική αξιοποίησή τους επιτρέπει την άμεση επικαιροποίηση των προγραμμάτων σπουδών, τον επανασχεδιασμό της πρακτικής άσκησης και την εισαγωγή νέων ειδικοτήτων που απαντούν ευθέως στις πιεστικές ανάγκες της εκάστοτε τοπικής αγοράς. Με αυτόν τον τρόπο, η χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής απεγκλωβίζεται από αποσπασματικές εμπειρικές προσεγγίσεις και μεταβαίνει σε ένα μοντέλο λήψης αποφάσεων βάσει τεκμηρίωσης (evidence-based policy making).
Στην ουσία του, ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί ως ένας κοινωνικός σταθεροποιητής. Επενδύοντας στην προοπτική διερεύνηση (foresight) των μακροπρόθεσμων επαγγελματικών τάσεων, δεν εξυπηρετεί μονάχα την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων μέσω της εύρεσης κατάλληλου προσωπικού. Πρωτίστως, θωρακίζει το ίδιο το εργατικό δυναμικό, διευκολύνοντας την ομαλή μετάβαση των αποφοίτων στον εργασιακό στίβο και προστατεύοντας τους πολίτες από τον κίνδυνο της μακροχρόνιας ανεργίας και της συνεπακόλουθης κοινωνικής περιθωριοποίησης.